Αρχική σελίδα - Ηλίας Σπ. Λάππας - Χειρουργός Μαστού - Μαστολόγος
Ιατρείο
Βιογραφικό
Επιστολές
Άρθρα
Σύνδεσμοι
 
 
 
Προηγούμενη σελίδα Σελίδα 2 από 6 Επόμενη Σελίδα
 

(Αντί για στερεοτακτική μαστογραφική καθοδήγηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί η υπερηχογραφική καθοδήγηση (US guidance). Η χρήση της δεν έχει ευρέως τεκμηριωθεί και μάλλον είναι πιο δύσκολη τεχνικά η εκτέλεσή της, αλλά αποτελεί αξιόλογο συμπλήρωμα της μαστογραφίας στην καθοδήγηση της βιοψίας αψηλάφητων αλλοιώσεων που φαίνονται ως περιγεγραμμένες ή αστεροειδείς σκιάσεις στη μαστογραφία. Η υπερηχογραφία φαίνεται να είναι λιγότερο χρήσιμη στον εντοπισμό ασύμμετρων σκιάσεων και δεν έχει θέση στην εντόπιση μικροαποτιτανώσεων).

Στερεοτακτική κατευθυνόμενη βιοψία με την βοήθεια κενού (VAB; MIBB)
Η τοποθέτηση της ασθενούς και η στερεοτακτική καθοδήγηση είναι ίδια με την SCB. Τα δύο συστήματα αυτής της τεχνικής που είναι σε χρήση είναι
1) Ο Mammotone
2) Το MIBB (Minimally Invasive Breast Biopsy)
Και τα δύο συστήματα με τη χρήση κενού έλκουν τον μαζικό ιστό μέσα σε ένα θάλαμο δειγματοληψίας, όπου εκτέμνεται με μαχαιρίδια περιστρεφόμενα με μεγάλη ταχύτητα. Το δείγμα κατόπιν αναρροφάται σε ένα θάλαμο έξω από το μαστό. Το πλεονέκτημά τους είναι ότι μπορούν να λαμβάνουν παρακείμενα δείγματα από την ίδια περιοχή με κυκλική περιστροφή της συσκευής, ενώ στην κλασσική SCB η βελόνα ανασύρεται και επανεισάγεται. Ακολουθεί πάλι μαστογραφία για να επιβεβαιωθεί η παρουσία μικροαποτιτανώσεων.
Επειδή μερικές βλάβες είναι ιστολογικά ετερογενείς και μπορεί να περιέχουν ταυτόχρονα περιοχές άτυπης υπερπλασίας των πόρων, DCIS και διηθητικού καρκινώματος, η ακρίβεια της διάγνωσης εξαρτάται σ' ένα βαθμό από το μέγεθος της βελόνης δειγματοληψίας. Έτσι στην VAB προτιμάται η βελόνη 11G.

Βιοψία του μαστού με εξελιγμένο τεχνολογικό εξοπλισμό
(Advanced Breast Biopsy Instrumentation – ABBI)

Τα κριτήρια επιλογής εκτός από τα προαναφερθέντα, είναι και τα εξής επιπρόσθετα:
α) Ο μαστός πρέπει να έχει πάχος >/=30mm όταν συμπιέζεται
β) Η βλάβη πρέπει να είναι </=1cm
γ) Η βλάβη πρέπει να βρίσκεται σε απόσταση >/=1cm από το θωρακικό τοίχωμα και από το δέρμα.

Η τρισδιάστατη στερεοτακτική εντόπιση είναι η ίδια με τις προηγούμενες και μετά από αντισηψία και αναισθησία γίνεται τομή του δέρματος μήκους 1 με 2,5cm και εισάγεται μια χειρουργική κάνουλα διαμέτρου 10, 15 ή 20mm και χρησιμοποιείται για την εκτομή κυλίνδρων μαζικού ιστού που περικλείουν την βλάβη. Ακολούθως εκτελείται μαστογραφία του παρασκευάσματος για να επιβεβαιωθεί η παρουσία της βλάβης.
Η ποσότητα του ιστού που μπορεί να αφαιρεθεί με την ABBI είναι περίπου η μισή συγκριτικά με την ανοικτή βιοψία, είναι όμως σημαντικά μεγαλύτερη από εκείνη που λαμβάνεται με την SCB και δεν απαιτεί πολλές επανεισαγωγές της βελόνης. Επίσης με την ABBI υπάρχει το επιπρόσθετο πλεονέκτημα ότι δυνητικά μπορούμε να έχουμε στη διάθεση μας τα όρια της βλάβης για παθολογοανατομική ανάλυση. Μειονέκτημα της μεθόδου είναι ότι απαιτείται τομή, όπως προαναφέρθηκε, για την τοποθέτηση της κάνουλας.
Τα παθολογοανατομικά αποτελέσματα των βιοψιών που λήφθηκαν με τις προαναφερθείσες τεχνικές αναλύονται με τη συνεργασία παθολογοανατόμου και ακτινοδιαγνωστού, για να διαπιστωθεί αν η παθολογοανατομική διάγνωση είναι σε συμφωνία με τη μαστογραφική απεικόνιση. Όταν δεν συμβαίνει αυτό, δηλ. αν τα ιστολογικά ευρήματα δεν μπορούν να ερμηνεύσουν τα απεικονιστικά δεδομένα και αντιστρόφως, τότε η βιοψία θεωρείται «ασύμφωνη» (discordant), οπότε προχωρούμε συνήθως σε ανοικτή βιοψία. Επίσης μερικές φορές ο χειρούργος μπορεί να μην είναι ικανοποιημένος από τα αποτελέσματα της βιοψίας και μπορεί να συστήσει WLB για επιβεβαίωση.
Πρέπει να τονιστεί ότι οι SCBs έχουν περιορισμούς. Επανάληψη της βιοψίας απαιτήθηκε στο 15% με 25,7% των περιπτώσεων σε πρόσφατες μελέτες. Η επανάληψη της βιοψίας κρίνεται απαραίτητη όταν α) εντοπίζεται βλάβη υψηλού κινδύνου*, β) ο ιστός του παρασκευάσματος είναι ανεπαρκής και η ιστολογική διάγνωση δεν είναι κατηγορηματικά καλοήθης ή κακοήθης, γ) δεν υπάρχουν αποτιτανώσεις στην ακτινογραφία του παρασκευάσματος σε βιοψία που έγινε με σκοπό την εξέταση περιοχών μικροαποτιτανώσεων, δ) σε περιπτώσεις ασυμφωνίας μεταξύ μαστογραφίας και παθολογοανατομικής εξέτασης. Μερικά καρκινώματα υποδιαγιγνώσκονται όταν το διηθητικό στοιχείο δεν εντοπίζεται, ιδιαίτερα σε δειγματοληψία με βελόνη διαμέτρου 14G. Το ποσοστό των ψευδώς αρνητικών αποτελεσμάτων κυμαίνεται, στις διάφορες σειρές από 0,3%-8,2%, δηλ. κατά μέσο όρο 4,2%.
*(Όπως θα αναφέρουμε αργότερα, επανάληψη της βιοψίας ή ανοικτή βιοψία απαιτείται όταν από το παρασκεύασμα προκύπτει άτυπη υπερπλασία των πόρων, λοβιακό καρκίνωμα in situ, ακτινωτή ουλή, ή φυλλοειδής όγκος).
Η χρήση της VAB με βελόνη 11G έχει ελαττώσει αλλά δεν έχει εξαλείψει την ανάγκη επανάληψης της βιοψίας.
Το πλεονέκτημα της τεχνικής ABBI είναι ότι αποτελεί βιοψία εκτομής (excisional biopsy), όπως και η WLB και εφόσον η διαδικασία είναι τεχνικά επιτυχής, ο παθολογοανατόμος έχει στη διάθεσή του ολόκληρη την βλάβη. Συγκριτικά με τη WLB, η ABBI πλεονεκτεί στο ότι αποφεύγεται το χειρουργείο, η αναισθησία, οι δαπάνες νοσηλείας και χρονικά είναι πολύ πιο σύντομη. Τα ποσοστά θετικών ορίων και υπολειμματικής παθολογίας της ABBI είναι συγκρίσιμα με εκείνα που παρατηρούνται στη WLB.

-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-

Οι ασθενείς στις οποίες διαπιστώνεται κακοήθεια με την βιοψία, υποβάλλονται στην ενδεδειγμένη αγωγή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του όγκου και της ασθενούς. Αν το αποτέλεσμα της βιοψίας είναι καλοήθης βλάβη*, σε περιπτώσεις αμφιβολίας μπορεί να ακολουθήσει επιβεβαιωτική ανοικτή βιοψία. Όταν τεκμηριωθεί η καλοήθεια, συνήθως η ασθενής τίθεται υπό παρακολούθηση με follow-up μαστογραφία ανά εξάμηνο ή 12 μήνες, για τουλάχιστον 36 μήνες.
[Στην επαναληπτική μαστογραφία υπάρχει πιθανότητα μία ιστολογικά καλοήθης βλάβη να εμφανίσει μαστογραφική «πρόοδο». Τότε επιβάλλεται επαναληπτική βιοψία, που μπορεί να αποκαλύψει κακοήθη βλάβη, η οποία αρχικά δεν είχε διαγνωστεί. Με άλλα λόγια υπάρχει ο μικρός, αλλά υπαρκτός κίνδυνος να μη διαγνωστεί αρχικά μια κακοήθεια, οπότε δυνητικά το καρκίνωμα μπορεί να έχει προοδεύσει σε μέγεθος ή σε στάδιο].
Στις περισσότερες περιπτώσεις η αγωγή των ασθενών μετά από τη διάγνωση που τίθεται με την SCB είναι καθορισμένη. Υπάρχουν όμως κάποιες βλάβεις που προβληματίζουν το χειρουργό όσον αφορά την ενδεδειγμένη αντιμετώπιση τους:

α) άτυπη υπερπλασία των πόρων (ADH)
β) άτυπη υπερπλασία των λοβίων και λοβιακό καρκίνωμα in situ (ALH – LCIS)
γ) θηλώδεις βλάβες (papillary lesions)
δ) ακτινωτή ουλή (radial scar)
ε) ινοεπιθηλιακές βλάβες (fibroepithelial lesions)
στ) βλάβες κυλινδρικών κυττάρων (columnar cell lesions)
ζ) βλάβες όμοιες με βλεννοκήλη (mucocele-like lesions)

 
Προηγούμενη σελίδα Σελίδα 2 από 6 Επόμενη Σελίδα
 
 
 
 
Βασιλίσσης Σοφίας 48, Τηλ. 210 7227760, Κιν. 694 4591192